I know the power of words,
I know the tocsin of words.
They are not those that make theater boxes applaud.
Words like that make coffins break out
make them pace with their four oak legs.
It happens they are thrown out,
not printed, not published.
But the word gallops, its saddle girth tightened,
it rings through the ages and trains creep nearer
to lick… poetry’s toil-hardened hands.

Lyrics by Vladimir Mayakovsky

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Αλληλεγγύη στη VILLA AMALIAS

Τον παγωμένο χρόνο της μητρόπολης,

κάποιοι τον λιώνουν και τον κάνουν ζωή

Πάνε πλέον 21 χρόνια από τότε που μια ομάδα πεισματάρηδων punk αποφάσισαν να καταλάβουν ένα πρώην εγκατελειμένο σχολείο,  που είχε αφεθεί στη φθορά του χρόνου, για να στεγάσουν την punk κουλτούρα. Το κτίριο ή αλλιώς το ‘’γνωστό σημείο’’, όπως αναφέρονταν αργότερα από τους μπάτσους, βρίσκεται στη συμβολή Αχαρνών και Χέυδεν. Λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί από τους ίδιους ανθρώπους η κατάληψη εγκατελειμένου κτιρίου (ιδρύματος Ωνάση) στη λεωφόρο Αμαλίας 56. Από τη συγκεκριμένη λεωφόρο προέκυψε και το όνομα της κατάληψης. Ο χώρος εκείνος κράτησε μόνο μερικούς μήνες, καθώς υπήρξε βίαιη εκκένωση του από την αστυνομία. Παρόλα αυτά η πίστη και το πείσμα για να στεγαστούν οι  επιθυμίες αυτών των ανθρώπων, τους ώθησαν να  προχώρησουν ακάθεκτοι στην πραγματοποίηση της νέας κατάληψης, αυτής στο κτίριο της Αχαρνών. Από την πρώτη στιγμή η Villa αναγνώρισε τον εαυτό της ως κατάληψη στέγης, χώρο ελεύθερης πολιτιστικής έκφρασης και πολιτικής δράσης, όπου μέσα σε αυτή λειτούργησε καφενείο, δανειστική βιβλιοθήκη, μουσικό στούντιο κ.αλ.  Πολλές συναυλίες, θεατρικά δρώμενα (πλαισιωμένα πάντα από τη λογική της αυτοoργάνωσης) και ποικίλες πολιτικές  δραστηριότητες-εκδηλώσεις έγιναν στο εσωτερικό της κατάληψης και όχι μόνο, αφού στοχευμένα πολλές φορές επεκτείνονταν στη γειτονιά τις κατάληψης, σε πλατείες και λοιπούς δημόσιους χώρους. Όλα αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά της Villas τα οποία συνεχίζουν ως έχουν και σήμερα.

       Φυσικά οι «περιπέτειες» δεν τελείωσαν στην πρώτη απόπειρα στη λεωφ. Αμαλίας.  To «μεγάλο σπίτι» βρέθηκε ξανά, όπως ήταν αναμενόμενο, στο μάτι του κυκλώνα, όχι μόνο λόγω του αντί–θεσμικού του ρόλου, αλλά κυρίως λόγω του ευρύτερου του πολιτικού χαρακτήρα απέναντι στις κυρίαρχες εξουσιαστικές δομές. Ακολουθήσαν εισβολές της αστυνομίας, που συνοδεύτηκαν με προσωρινές εκκενώσεις και επαναλαμβανόμενες διεκδικήσεις από τον Ο.Σ.Κ. (οργανισμός σχολικών κτιρίων) και το δήμο αθηναίων, όπου «ιδιοκτησιακά» ανεμοδέρνει το κτίριο μεταξυ των δύο όλα αυτά τα χρόνια. Η απάντηση που τους δόθηκε, όχι μόνο από τα άτομα της Villas, αλλά και από πλήθος κόσμου που στάθηκε αλληλέγγυος στο χώρο από την πρώτη στιγμή, ήταν πάντα άμεση και κάτι παραπάνω από δυνατή. Γι’ αυτό άλλωστε η κατάληψη μετρά 21 χρόνια ζωής και εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ.
       Βέβαια όπου δε φτάνει το χέρι του κράτους προσπαθεί να φτάσει αυτό του παρακράτους και των φασιστικών συμμοριών. Καταλήψεις και στέκια ανατρεπτικού και κινηματικού χαρακτήρα, αποτελούν μεγάλο πρόβλημα για τους διανοητές του δόγματος «τάξη και ασφάλεια» και τους υπέρμαχους της  «καθαρής» ελλάδας. Έτσι και στην ιστορία της κατάληψης έχουν υπάρξει φασιστικές-παρακρατικές επιθέσεις, όπως για παράδειγμα, το Μάιο του ’08, όπου πραγματοποιήθηκε διπλή εμπρηστική επίθεση από παρακρατικούς στη Villa, με αποτέλεσμα να υπάρξουν μεγάλες υλικές ζημιές. Η κινητοποίηση, από την πλευρά της κατάληψης και των αλληλέγγυων σε αυτή συντρόφων, ήταν τεράστια και άμεση, όχι μόνο όσον αφορά την αποκατάσταση των ζημιών, αλλά και την ανθρώπινη θωράκιση του κτιρίου. Και ήταν αυτή η δυναμικότητα και  δυναμική του κόσμου, που απέδειξε ό,τι αυτές οι δύο φωτιές δεν ήταν τίποτα παραπάνω από δύο μικρές φλόγες. Όχι μόνο οι ζημιές αποκαταστάθηκαν, αλλά έγιναν και  εργασίες στο εσωτερικό και την πρόσοψη του κτιρίου, που εκκρεμούσαν από το παρελθόν.
       Η Villa αξίζει να τονιστεί πως χωροταξικά βρίσκεται σε μια περιοχή όπου, ιδίως τα τελευταία χρόνια και σε τακτά χρονικά διαστήματα, είναι στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το κράτος, εκμεταλλευόμενο τις ξενοφοβικές κραυγές μιας μερίδας ελληναράδων  και νοσταλγών της χούντας, εξαπέλυσε μαζί με τους δεύτερους  μια βίαιη καταστολή στους μετανάστες και πρόσφυγες της περιοχής, η οποία πολλές φορές πήρε και τη μορφή κανονικού πογκρόμ. Η συγκεκριμένη φασιστική γκρούπα, υπό τη μορφή επιτροπής κατοίκων, συνέχισε το πάντρεμα και με λοιπές ακροδεξιές ομάδες και κόμματα, θέλοντας να εγκαθιδρύσει φασιστικούς θύλακες και ζώνες ελέγχου σε κεντρικά σημεία της αθήνας (αγ. Παντελεημονας,πλ. Αττικής). Ο καθένας μπορεί να φανταστεί την ενόχληση που προκαλούν καταλήψεις, στέκια και άτομα που στέκονται εχθρικά απέναντι σε όλους αυτούς, πόσο μάλλον όταν αναπνέουν δίπλα τους. Μπροστά σε αυτό το φασιστικό παραλήρημα των τελευταίων χρόνων στην περιοχή, η Villa σαφώς δεν έμεινε αμέτοχη και ούτε πρόκειται να μείνει. Μαζί με άλλες συλλογικότητες και ανθρώπους έχουμε πραγματοποιήσει διαδηλώσεις, δράσεις αντιπληροφόρησης και άλλες παρεμβάσεις για το όλο ζήτημα,  ενώ ουκ ολίγες φορές ήρθαμε συνειδητά πρόσωπο με πρόσωπο με τους πρωταγωνιστές της φασιστικής μισαλλοδοξίας. Μέσα σε αυτές τις εξελίξεις  η Villa θα εξακολουθήσει να παραμένει εμπόδιο σε κάθε φασιστική φαντασίωση, που θέλει να δημιουργήσει τοπικά απαρτχάιντ. Αυτό να το βάλουν καλά στο μυαλό τους.
       Πέρα από τους εξωγενείς παράγοντες όμως που επηρεάζουν την κατάληψη υπάρχουν και οι εσωτερικοί, με αποτέλεσμα να προκύψουν τους τελευταίους μήνες κάποια τεχνικά προβλήματα, λόγω της παλαιότητας του κτιρίου. Αξίζει να αναφερθεί ό,τι το κτίριο είναι κατασκευής του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα χρονολογείται περί το 1860. Επόμενο είναι λοιπόν με το χρόνο να παρουσιάζονται προβλήματα, τα οποία επιλύονται πάντα αυτοοργανωμένα από τον κόσμο που είτε συμμετέχει, είτε στέκεται αλληλέγγυα στη Villa. Με τη συνδρομή εργασίας στα «εργοτάξια» της κατάληψης, με την οικονομική ενίσχυσή της, με την αμέριστη υποστήριξη των κινήσεων αλληλεγγύης σε αυτή.  Είμαστε όλοι εμείς που δώσαμε, και θα συνεχίσουμε να δίνουμε, ζωή σε αυτό το κτίριο εδώ και δύο δεκαετίες μακριά από κάθε κρατικό – δημοτικό φορέα, που ξέρει να μιλάει  τη γλώσσα της κονόμας και της μίζας και είχε αφήσει αυτό το κτίριο να σαπίζει μέχρι την κατάληψή του.  Δεν περιμένουμε και ούτε ζητάμε τίποτα απ’ όλους αυτούς. Έτσι και αλλιώς πάντα εμποδίζαμε  τα σχέδια τους.
       Όλα αυτά τα 21 και πλέον χρόνια εκατοντάδες ανθρωποι πέρασαν από τη Villa. Στέγασαν σε αυτήν τις ιδέες και τις αντιλήψεις τους περί τέχνης, ζωής, πραγματικότητας, πολιτικής. Μια συστέγαση πολλαπλών μορφών, πρακτικών και αντιλήψεων, που ήρθαν για να εμπλουτίσουν τα χαρακτηριστικά της κατάληψης.  Την αντίσταση, την αυτοοργάνωση και την ελευθερία.  Η Villa ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι το στέγαστρο για όλες τις ομάδες, τις συλλογικότητες και τα άτομα, που είδαν και συνεχίζουν να βλέπουν σε αυτήν τον τόπο που θα εκφραστούν, θα δημιουργήσουν, θα παλέψουν. Με το μοναδικό δικό τους τρόπο.
Δημιουργώντας παιδικά στέκια, ομάδες θεάτρου, μοντέρνου χορού, μουσικής, συλλογικής κουζίνας, προβολών, βίντεο, κουκλοθέατρου, βιβλιοπωλείου, αυτοδιαχειριζόμενου καφενείου, τυπογραφείου. Ομάδες αυτομόρφωσης βιτρό, ξένων γλωσσων, Η/Υ, πολεμικών τεχνών. Μουσικά και εκδοτικά εγχειρήματα. Studio φωτογραφίας και μουσικής (προβάδικο). Εκδηλώσεις και δραστηριότητες, που είτε συνδιαμορφώθηκαν με τη Villa, είτε φιλοξενήθηκαν από αυτή. Άπειρα γεγονότα και εμπειρίες και ελάχιστες οι αράδες που τα αναφέρουμε. Εσκεμμένα ίσως μιας και η ουσία τους όλα αυτά τα χρόνια δε μπορεί με τίποτα να μεταφερθεί σε ένα κομμάτι χαρτί. Να αποδοθεί η αξία του να κάνεις πράγματα, που εκεί που τα σιχτιρίζεις (λόγω αντοχών, νεύρων, οργανωτικότητας) την ίδια στιγμή τα αποθεώνεις που υπάρχουν και που σου δίνουν λόγο ύπαρξης και λόγους να συνεχίσεις να αντιστέκεσαι και να πολεμάς.
        …Στον καιρό της οικονομικής κρίσης νέοι κρατικοί σχεδιασμοί ανα-συντάσσονται και στοχεύουν τις ίδιες τις ζωές μας. Στις νέες προσταγές του κεφαλαίου και του κράτους, το να υπάρχουν εστίες αντίστασης απέναντι στα σχέδια τους είναι πολύ σημαντικό για εμάς, και αρκετά προβληματικό γι’ αυτούς. Οι καταλήψεις οφείλουν να συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή αντι-προτείνοντας λύσεις και αποτελώντας ένα δυναμικο αντίλογο. Τώρα που  μισθοί, επιδόματα και εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών παίρνουν την κάθοδο,  ενώ τα ενοίκια στέγασης παραμένουν σε άνοδο, το σύνθημα «να μπούμε στα άδεια σπίτια» δεν είναι ένα ξεθωριασμένο σύνθημα στον τοίχο του παρελθόντος, αλλά είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Στην εποχή που τα πάντα εκτιμούνται με αριθμούς και ποσοστά, το να υπάρχουν  χώροι αντίστασης, ανυπακοής, ρήξης, που εχθρεύονται τη λογική του κέρδους,  είναι αναγκαίο όσο ποτέ. Η ύπαρξη καταλήψεων και η παρουσία κινηματικών δράσεων σε περιοχές που παραδίδονται στις ορέξεις «αγανακτισμένων  κατοίκων» επιβάλλονται όσο ποτέ. Οι «10,100,1000 καταλήψεις», που βιώσαμε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη – και έπειτα αυτής –  με μεγάλη ένταση και σε μεγάλη έκταση, και που είναι μία από τις παρακαταθήκες του, ας γίνουν πραγματικότητα.
9/4/2011

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σκληρό καρύδι

art-bampw-black-and-white-dream-catcher-Favim.com-401490

της Ελένης Σβορώνου

Μια μικρή ιστορία για παιδιά, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από το κέντρο της Αθήνας.

-Κι εσένα πως σε λένε, μικρή μας;

-Καλά, ξανά θα τα λέμε; Τα έχω πει εκατό φορές. Πάμε πάλι. Με λένε Aisyah και είμαι Παναθηναϊκάρα. Ο Αlauddin, ο αδερφός μου, είναι βάζελος. Όχι, κάτσε. Τα μπέρδεψα. Εγώ είμαι βάζελος και εκείνος γάβρος . Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω δασκάλα γυμναστικής. Σαν την κυρία Περσεφόνη. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κακιά. Βγήκαμε στην αυλή και μας είπε να μπούμε σε κύκλο. Με κοιτάει. Κοιτάζει τα παπούτσια μου δηλαδή. Γυρίζουν όλα τα παιδιά και καρφώνονται στα παπούτσια μου. Κι αρχίζουν να γελάνε. Κι εγώ να κλαίω. Και δεν είμαι κανένα κλαψιάρικο εγώ. Ο Alauddin ναι, είναι λίγο χέστης. Γιατί στραβομουτσουνιάζετε; Από τα Εκτάκια το έμαθα. Ξέρω κι άλλα τέτοια: μαλάκας, σκατά…καλά καλά δε συνεχίζω. Λοιπόν τα παπούτσια μου ήταν τα καλά μου τα πέδιλα. Που μου τα είχε πάρει δώρο η γιαγιά μου. Είναι πάρα πολύ ωραία, άσπρα με λουράκια και μια μικρή μαργαρίτα. Η αγκράφα γυαλίζει. Το κουτί τους το έχω ακόμη. Το πήρα μαζί. Έβαλα μέσα και φωτογραφίες της γιαγιάς. Και ένα φυλαχτό που μου χάρισε. Οπότε καταλαβαίνετε, όταν όλοι χαχάνιζαν ήταν σα να κορόϊδευαν τη γιαγιά μου και μου ήρθε να τους βαρέσω όλους και πρώτα από όλα την κυρία Περσεφόνη.

Γιατί εγώ δεν είμαι κανένα κλαψιάρικο. Έκλεισα τα 9 εδώ και έξι μήνες άρα είμαι 9,5. Αλλά όλοι λένε ότι είμαι πολύ ώριμη και έξυπνη για την ηλικία μου. Κι είναι αλήθεια αυτό γιατί ο Alauddin ας πούμε είναι 10 και ακόμη δεν έχει μάθει πολλαπλασιασμό. Που λέτε, ενώ δεν είμαι κλαψιάρα εκείνη τη στιγμή, που όλοι γέλασαν με τα πέδιλά μου, έβαλα κάτι κλάματα. Τότε η κυρία Περσεφόνη χτύπησε το τυμπανάκι της και μας είπε να τρέξουμε κι εγώ ρούφηξα τις μύξες μου κι άρχισα να τρέχω και ξεχάστηκα. Τα τακουνάκια μου έκαναν κλακ κλακ στο τσιμέντο και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Εκείνο το βράδυ προσευχήθηκα στο Θεό να μου χαρίσει ένα ζευγάρι αθλητικά. Η γιαγιά μου λέει ότι αν προσευχηθείς σοβαρά, αν κρατάς τη νηστεία στο Ραμαζάνι και δεν κάνεις ζαβολιές κι αν δε σκέφτεσαι άλλα αντ άλλων όταν προσεύχεσαι, τότε ο Θεός μπορεί και να σ’ ακούσει.

Το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να μη σκέφτεσαι άλλα αντ’άλλων όταν προσεύχεσαι. Αφού μου έρχονται άσχετα στο μυαλό όπως: τα χέρια του φορτηγατζή που γύριζαν το τεράστιο τιμόνι, το πέρα δώθε που αισθανόμουν τόσες μέρες στην καρότσα, σα να μας είχαν βάλει σε μίξερ, το γέλιο της γιαγιάς, ο εμετός που έκανα στον διπλανό κύριο και η κατσάδα που έφαγα από τη μαμά, λες και άμα σου ρθει εμετός μπορείς να τον κρατήσεις, η αηδία που μου ήρθε όταν δοκίμασα εδώ μια άσπρη σάλτσα που τη λένε τζατζίκι, το βραχιόλι της κυρίας Περσεφόνης, το χαμόγελο της κυρίας Περσεφόνης, το μπλουζάκι της που της πάει πολύ, τα μπαμ μπουμ από τις βόμβες, η γομολάστιχα της Μαρίας που είναι σούπερ, έχει σχήμα φράουλας, ο καπνός και οι φωνές στους δρόμους της Καμπούλ, η τσάντα της Άννας που έχει τη Μπάρμπι πάνω, τα μάτια του Γιουνούς, που έμενε δυο σπίτια παρακάτω, που το ένα έχει μια μαύρη βουλίτσα στο ασπράδι, κι όλοι στη γειτονιά τον κοροϊδεύαν αλλά όταν σκοτώθηκε ο μπαμπάς του έβγαλαν τον σκασμό. Το κλάμα και τα μοιρολόγια. Πάντα κάποιος έκλαιγε ή τραγουδούσε ένα νεκρό μέσα στη νύχτα. Μπορεί να έκλαιγαν και το πρωί αλλά εγώ το βράδυ τα άκουγα. Η Ζαχράν, η κούκλα μου που ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Όλα αυτά μου έρχονται στο μυαλό και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στον Θεό. Ούτε κι όταν έρχεται η πιο σπουδαία ώρα, που τον παρακαλώ να έρθει μια μέρα ο μπαμπάς. Θα πρέπει να είναι πολύ θυμωμένος με την αφηρημάδα μου. Ο Θεός όχι ο μπαμπάς.

Εντάξει δεν τα ζητάω όλα μαζί χύμα και τσουβαλάτα από τον Θεό. Μετά τα προκαταρκτικά (Allahu Akba, Subhana rabbiyal adheem κλπ.) Του υπενθυίζω πάντα τη Μεγάλη Χάρη. Ξέρει Εκείνος. Είναι αυτή για τον μπαμπά. Μετά λέω τις μικρές χάρες και στο τέλος πάλι θυμίζω τη Μεγάλη Χάρη. Καμιά φορά αρχίζουμε τα παζάρια. Του λέω ότι θυσιάζω όλες τις μικρές χάρες για χάρη της Μεγάλης Χάρης. Εκείνος με μαλώνει και μου λέει ότι αν συνεχίσω να σκέφτομαι αρλούμπες στην προσευχή δε θα μου κάνει καμία χάρη και τότε με πιάνει ένα κακό και γονατίζω ώσπου να φτάσει η μύτη μου στο πάτωμα, να έτσι, γιατί αν πάθει τίποτα ο μπαμπάς θα φταίω εγώ. Αλλά φταίει και ο Αllauddin που τελειώνει πρώτος την προσευχή κι έρχεται και μου κάνει γκριμάτσες για να γελάσω. Τέλος πάντων φαίνεται ότι αυτή τη φορά ο Θεός αποφάσισε να μου κάνει τη χάρη με τα αθλητικά.

Την επόμενη φορά που είχαμε γυμναστική η κυρία Περσεφόνη με φώναξε παράμερα και μου έδωσε ένα ζευγάρι αθλητικά να φορέσω. Ακριβώς στο νούμερό μου. Άσπρα με μια ροζ και γκρι ταινία. Τα άλλα παιδιά έπαιζαν μπάλα και δεν το είδαν. Νομίζω ότι η κυρία Περσεφόνη είναι πολύ έξυπνη γιατί το έκανε επίτηδες έτσι. Γι αυτό θέλω να γίνω σαν εκείνη όταν μεγαλώσω. Στην προσευχή μου ευχαρίστησα τον Θεό για τα αθλητικά αλλά του είπα ότι δεν ξοφλήσαμε έτσι. Γιατί μένει ακόμη το άλλο που πρέπει να μου κάνει.

Το βράδυ πριν κοιμηθώ πάντα σκέφτομαι τις φίλες μου που έχασαν τον μπαμπά τους. Τη Badria και τη Delaram. Κι ύστερα βλέπω εκείνο το όνειρο…

Ξέρω ότι δε θα σας αλλάξω τη γνώμη γιατί εσείς φοράτε στολή κι η μαμά μου απλώς μια μαντίλα κι εγώ είμαι μικρή. Αλλά ο μπαμπάς μου μου είπε ότι αν πάω σχολείο και μορφωθώ όλα μπορώ να τα πετύχω. Και πηγαίνω σχολείο εδώ και έξι μήνες και στην αρχή ήμουν πάτος και τώρα δεν είμαι και κάνω και μαθήματα ελληνικών στον Σύλλογο κάνω και είμαι πολύ καλύτερη από τον Μοχάμεντ που είναι ήδη δυο χρόνια εδώ και μιλάει μόνο παστού και δέκα λέξεις ελληνικά. Πάω σχολείο λοιπόν και άρα είμαι μορφωμένη. Και μπορεί και να τα καταφέρω με σας.

Είναι δύσκολο να διαβάζω στο σπίτι. Είμαστε έξι και μοιράζομαι το δωμάτιο με τα ξαδέρφια μου και η μαμά κοιμάται στο σαλόνι γιατί στην κρεβατοκάμαρα κοιμούνται οι θείοι μου και όλη την ώρα έχει φασαρία. Αλλά για να γίνεις δασκάλα γυμναστικής μάλλον δε χρειάζεται πάρα πολυ διάβασμα, έτσι δεν είναι; Βγαίνω το απόγευμα στην πλατεία να παίξω και να τρέξω για να αρχίσω να είμαι αθλήτρια. Έχει μια παιδική χαρά με σπασμένες κούνιες. Είναι πολύ ωραία. Είναι καλύτερα δηλαδή. Δεν ξέρω. Ίσως.

Μια μέρα, εκεί που έπαιζα μπάλα με την Delbar, βλέπουμε έναν με μαλλιά. Αδύνατος με μακριά μαλλιά και λίγο βρώμικος. Προχωράει και κάθεται στο γύρω γύρω. Βγάζει μια σύριγγα και ανεβάζει την μπλούζα του. Πατάμε ένα τρέξιμο με την Delbar. Φοβηθήκαμε πάρα πολύ. Παράξενο. Γιατί δεν είναι πιο φοβιστικό από τις εκρήξεις και τις βόμβες και τους πεθαμένους παντού. Αλλά αυτός με κοίταξε στα μάτια. Κι αυτό ήταν πολύ μα πολύ διαφορετικό. Σα να ήταν ζωντανός πεθαμένος και να ήθελε να με πάρει μαζί του. Όπως στον εφιάλτη. Γιατί δε σας το ‘πα. Βλέπω τον ίδιο εφιάλτη. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν το ίδιο όνειρο, μου το είπε ο μπαμπάς. Το δικό μου είναι εφιάλτης. Είναι ο άντρας της καλύτερης φίλης της μαμάς μου, ο Shaun, σε ένα χωράφι και πεθαίνει. Και το χωράφι γεμίζει από Shaun μισοπεθαμένους που με τραβάνε να με πάρουν μαζί τους. Αλλά δε με κοιτάνε στα μάτια. Αυτός, της πλατείας, με κοίταξε στα μάτια και ήταν ίσως λίγο πιο τρομακτικός και δεν ξέρω αν θα τον δω στον εφιάλτη μου, ελπίζω όχι.

Αλλά δε σας τα λέω αυτά για να με λυπηθείτε. Είμαι σκληρό καρύδι, είπαμε. Ξέρω πολλά αστεία και τα λέω στη Ζαχράν και γελάμε και μου φεύγει ο φόβος. Άντε πάλι. Ποια είναι η Ζαχράν. Είπαμε η κούκλα μου. Όχι δεν παίζω με κούκλες ακόμη, η Ζαχράν είναι η πιο καλή μου φίλη γιατί ήταν εκεί είναι κι εδώ και θα είναι πάντα μαζί μου ό,τι κι αν γίνει, ακόμη κι αν δε σας αλλάξω γνώμη και μας στείλετε πίσω.

Ο μπαμπάς μου λέει να σπουδάσω δικηγόρος γιατί είμαι πολύ καλή στο μπλα μπλα. Γι αυτό δε με σταματάτε εύκολα. Θέλω να σας πω ότι έκανα και μια φίλη Ελληνίδα στο σχολείο, τη Γιάννα. Παίζουμε λάστιχο μαζί. Η Γιάννα έχει καλύτερη φίλη τη Μάνια. Από την πρώτη Δημοτικού. Και μένουν κοντά κι οι μαμάδες τους κάνουν παρέα. Που να χωθείς εκεί μέσα, καταλαβαίνετε…Πιο πολύ κάνω παρέα με την Ηidi που είναι κι αυτή από το Αφγανιστάν αλλά όχι από τη Καμπούλ. Αλλά αν με ρωτάτε στ’ αλήθεια, προτιμάω όταν παίζουμε όλοι μαζί. Σπάνια δηλαδή. Πολύ σπάνια.

Α, κάτι πολύ σημαντικό. Ανεβάζουμε τη Φρουτοπία του Τριβιζά στο σχολείο και θα παίξω το Κολοκυθάκι. Το φαντάζεστε; Και θα έρθει και η μαμά και οι θείοι όλοι και τα ξαδέρφια να με δούνε και σας καλώ κι εσάς, δεν είναι μακριά το σχολείο μου, είναι κοντά στον ηλεκτρικό, λέει. Αλλά τι λέω, εσείς έχετε αυτοκινητάρες.

Μια μέρα θα οδηγήσω κι εγώ αυτοκίνητο. Τώρα οδηγώ ποδήλατο στη γειτονιά και είναι σούπερ. Στην Καμπούλ δε μας αφήνουν να κάνουμε ποδήλατο, τις γυναίκες. Παντού με τα πόδια πάμε. Να ένας λόγος ακόμη…
Βλέπω και ένα πολύ ωραίο όνειρο. Το μαντέψατε βέβαια. Ότι ήρθε ο μπαμπάς και με ανεβοκατεβάζει στον αέρα, με κάνει αεροπλανάκι, και μουρμουρίζει «μεγάλωσες, βάρυνες, θα μου πέσει η μέση, δεν είσαι για τέτοια πια» κι εγώ να του λέω «κι άλλο, κι άλλο δε μεγάλωσα».

Αλλά για να λέμε την αλήθεια μάλλον μεγάλωσα. Η γιαγιά λέει ότι η παιδική ηλικία σταματά όταν ερωτευτείς για πρώτη φορά. Εγώ δε συζητούσα ποτέ για αγόρια, όπως η Μάνια. Ούτε είχα πολλά μαζί τους. Ούτε είναι και σωστό αυτό να έχουν πολλά πολλά τα κορίτσια με τα αγόρια. Μόνο τον Γιούνους συμπαθούσα και του μιλούσα. Σα μικρό αδερφό μου τον είχα. Εδώ και μια εβδομάδα όμως, αφήστε τα, μου αρέσει ένα αγόρι της Τρίτης δημοτικού, ο Ντίνος, και φυσικά δεν του έχω μιλήσει ποτέ αλλά τον είδα σε ένα καλό όνειρο, ότι μου μίλησε.

Οπότε, κύριοι αστυνόμοι, πείτε μου: Θα μας στείλετε πίσω επειδή δεν είναι εντάξει τα χαρτιά μας; Κοιτάξτε τη μαμά μου. Έχει μαραζώσει, δεν μπορεί να μιλήσει από τη λύπη της, εγώ μιλάω γιατί είμαι σκληρό καρύδι. Σας είπα για τον εφιάλτη μου. Το καλύτερό μου όνειρο δε σας το είπα, το βλέπω στο ξύπνιο μου: Είμαι μεγάλη, όμορφη, εργάζομαι ως δασκάλα γυμναστικής σε ένα σχολείο με πολλά παιδιά από όλον τον κόσμο, τους χαρίζω αθλητικά παπούτσια, παιχνίδια, βιβλία, ποδήλατα, Μπάρμπι, γομολάστιχες σε σχήμα φράουλες, χίλια δυο ωραία πράγματα. Έχω τέσσερα δικά μου παιδιά, ο άντρας μου είναι ο Ντίνος και η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου έρχονται κάθε μέρα στο σπίτι μας να δούνε τα εγγόνια τους. Η μαμά μου είναι τόσο γλυκιά γιαγιά όσο και η γιαγιά μου. Και είναι γερή και δυνατή γιαγιά και δεν πεθαίνει, γιατί άμα πεθάνει δε θα έχουμε πού να τη θάψουμε γιατί δεν έχει, λέει, εδώ νεκροταφεία για μας. Οπότε καλύτερα έτσι, μπορεί να σκεφτεί ο Θεός να μας αφήσει απέθαντους. Άλλωστε το όνομά μου, Aisyah, σημαίνει Ζωή. Όχι, μη με λέτε Ζωή, Aisyah να με λέτε. Κι ας δυσκολεύεστε. Είναι το όνομα της γιαγιάς μου.

Λοιπόν; Θα κάνετε λίγο υπομονή ώσπου να βγάλουμε τα χαρτιά; Πείτε μου που τι πρέπει να κάνω να πάω να τα πάρω εγώ. Έχω υποσχεθεί στον μπαμπά μου να μορφωθώ, κύριοι αστυνόμοι…Τις υποσχέσεις πρέπει να τις κρατάμε. Μη μας διώξετε. Και που ξέρετε. Μεθαύριο μπορεί να έχω μαθητές τα εγγόνια σας κι αν μου έρθουν στο μάθημα με πέδιλα, δε θα τα μαλώσω. Σας το ορκίζομαι.

από unhcr.gr

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Μια μέρα θα σας θάψουν οι πουτάνες…

της Σίσσυς Βωβού

Έχουμε πει και κάνει πολλά για την αποφυλάκιση των οροθετικών γυναικών, για την νομική τους στήριξη και για την ικανοποίηση άλλων αναγκών τους, στο πλαίσιο της «Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στις διωκόμενες οροθετικές», από τις αρχές Μαίου έως σήμερα. Έχουμε βγάλει δελτία τύπου και έχουμε γράψει άρθρα, έχουμε δώσει συνεντεύξεις για να δημοσιοποιήσουμε και να καταγγείλουμε αυτό το σκάνδαλο, έχουμε οργανώσει δύο δημόσιες μαζικές διαμαρτυρίες. Ήδη παραμένουν 12 από τις αρχικές 27 κρατούμενες, και θα αγωνιστούμε μέχρι να βγει και η τελευταία και μέχρι να καταδικαστούν οι πολιτικά υπεύθυνοι για την βαρύτατη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυτών των γυναικών.

Απ’ όλα τα κακουργήματα εναντίον τους, ένα είναι το χειρότερο. Η διαπόμπευσή τους. Σήμερα δημοσιεύουμε προσωπικές μαρτυρίες τριών από τις φυλακισμένες, για την επίδραση της διαπόμπευσης στη ζωή τους. Δυστυχώς, είναι τραγικές.

 

Χριστίνα

Είμαι χρήστρια 20 χρόνια. Είμαι 34 χρονών και πίνω από τα 14 μου. Ενώ όμως είμουνα μέσα στη χρήση μπορούσα να περπατάω και να μη νιώθω άσχημα ανάμεσα στον κόσμο. Με πήρανε για μια απλή εξακρίβωση στοιχείων. Από την κλούβα με οδηγήσανε σε ένα υπόγειο όπου μου κάνανε τεστ αίματος χωρίς τη θέληση μου. Με βρήκανε θετική. Δημοσίευσαν το όνομα μου και τη φωτογραφία μου παντού, στην τηλεόραση, στο internet, όπου ήταν δυνατό. Είμαι από μια μικρή επαρχιακή πόλη, τη φωτογραφία μου έδειξαν και όλα τα τοπικά κανάλια, με είδαν σε κάθε σπίτι, τώρα όποια πέτρα και να σηκώσεις ξέρουνε για μένα. Αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα για την οικογένεια μου. Είμαι από πολύτεκνη οικογένεια. Ο αδερφός μου ήταν φαντάρος εκείνη την περίοδο. Μπήκε στο internet να μιλήσει με την μικρότερη αδερφή μου και είδε το πρόσωπο μου παντού. Δεν ξέρω πραγματικά πως να αντιμετωπίσω τους δικούς μου και τους γνωστούς μου, πως να αντικρύσω τον κοινωνικό, οικογενειακό και φιλικό μου περίγυρο. Όλα έγιναν από προεκλογικό συμφέρον. Πως μπορεί να πιστεύει κάποιος ότι μπορεί να είναι υπεύθυνες οι κοπέλες, και για τους άντρες που δεν υπολογίζουν τίποτα, ούτε τις ίδιες τις οικογένειες τους να μην λένε τίποτα. Θέλω να καταδικάσω το κράτος, το σύστημα, το ΚΕΕΛΠΝΟ που μας έκανε τεστ χωρίς τη θέληση μας, το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, θεωρώ ότι δεν έχουν κάνει τα απαραίτητα. Από τη στιγμή που ξεκινήσανε κάτι τέτοιο θα πρέπει να το διορθώσουνε, να δώσουνε ευκαιρίες σε αυτά τα κορίτσια. Να δείξουν ενδιαφέρον και φροντίδα για τα άτομα που είναι χρήστες και είναι στο δρόμο.

Μαρία 

Πήγε το ΚΕΕΛΠΝΟ στο σχολείο της κόρης μου παράνομα και της έκανε εξετάσεις για μια εβδομάδα. Τελικά την έδιωξαν από το σχολείο. Τα προβλήματα που δημιούργησαν στην οικογένεια μου είναι τεράστια, τους δύο αδερφούς μου τους έδιωξαν από τις δουλειές τους και δεν βρίσκουν άλλη δουλειά. Εμένα με δείχνουν με το δάκτυλο. Φοβάμαι πως όταν βγω έξω θα με λιντσάρουν. Είμαι από μια μικρή πόλη, σαν χωριό, έχει γίνει μεγάλο σούσουρο και πραγματικά φοβάμαι να πάω να δω το παιδί μου. Από 8 χρονών είδε τη μάνα της σε όλες τις τηλεοράσεις. Της μίλησα στο τηλέφωνο και μου είπε πως δεν θέλει να έχει μία μαμά που είναι άρρωστη και πάει με πολλούς άντρες.

Χριστίνα 

Θέλω να πληρώσουν όσοι το έκαναν αυτό, γιατί δεν έχω μούτρα να αντικρύσω την οικογένεια μου και δεν μπορώ να αντικρύσω και το παιδί μου, παρόλο που είναι ακόμα πολύ μικρό και δεν καταλαβαίνει. Φαντάζομαι πόσα λένε για μένα στην πόλη μου. Βγάλανε τις φωτογραφίες μας παντού. Με αυτό τον τρόπο ξεφτίλισαν το γυναικείο φύλο, πρώτα μας ξεφτιλίσανε σαν γυναίκες και μετά σαν ανθρώπους. Ζητάω από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης να μην μας μεταχειρίζονται σαν αντικείμενα και ζώα, να μας βλέπουνε σαν ανθρώπους και μέσα αλλά και έξω από τη φυλακή.

από Φύλο Συκής

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

α.

ÓÇÌÅÉÏ ÄÏËÏÖÏÍÉÁÓ ÁËÅÎÁÍÄÑÏÕ ÃÑÇÃÏÑÏÐÏÕËÏÕ

Καμμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς. Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε φορά που ακούω «Κατερίνα» τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο Στόχος το νου σου ε;

Κ.Γ.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Έχεις γράμμα

 

από Κίνημα δεν πληρώνω

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Mη μ’ αφήνεις

Παραγωγή, στίχοι και παρoυσίαση: B.D.Foxmoor
Κιθάρες: Γιώτης Παρασκευαίδης
Τσέλο: Σταύρος Παργινός
Ηχοληψία: Μιχάλης Σκαράκης

(στην εισαγωγή ακούγονται στίχοι του Μικέλη Άβλιχου από
το ποίημα του «Ο μοχθηρός ψευτοφιλόπατρις» )

Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο
που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά
το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο
που η δυστυχία των άλλων τού γεννά.
Το φθονερό του μάτι το σβησμένο
που δείχνει βουλιμιά για συμφορά
μας εξηγούν γιατ’ είναι διψασμένο
τ’ αχείλι του και πόλεμο ζητά.
Διψάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους
πατέρες και μανάδες που μισεί,
να τους ιδή στα δάκρυα τους πνιγμένους
θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο
υπέρ Πατρίδος σκούζει, κράζει
Όρνιο,
που για κουφάρια αναστενάζει!

Με λίγα λόγια κόψε φάτσα και βγάλε συμπέρασμα
απόψε θρηνώ όσα χρόνια αγαπάω.
Εδώ χτυπήσανε πρόσφυγες στο Πέραμα,
στους τάφους των δικών μου ντρέπομαι να πάω.
Πως γίναμε έτσι λασπερά ποντικοσώμματα
Και ποια κατάρα δίπλα μας φωνάζουμε να ‘ρθει;
Τα κατουρήματα του χρόνου σ’ αυτά τα χώματα
κάναν τη μυρωδιά μας για πάντα να χαθεί.
Ποια λύσσα κακιά και ποια της πείνας αφορμή,
κάνει τ’ αλάνια τα παλιά ανθρωπόμορφα κτήνη.
Πως ξεχαστήκαν της προσφυγιάς μας οι λυγμοί;
Τι άλλο ακόμα μπορεί να γίνει;
Εδώ ήτανε το απάγκιο μας, κάναμε όλοι υπομονή,
Είχαμε ταιριάξει τις παραξενιές μας.
Ήτανε το απάγκιο μας, κάναμε υπομονή
Τα δίναμε όλα απλόχερα και τις ευχές μας.
Ξεχάσαμε όμως τα παιδιά μας και πάνω στην ανησυχιά τους
Ήρθε μια πρόταση, μια μαύρη αφήγηση.
Τρύπησε στο μυαλό τους, έσφιξε τα κορμιά τους
και τους πότισε με μίσος κι εκδίκηση.
Κι άντε μάζεψε τα κι άλλαξε τα γούστα τους,
Έχουνε δήθεν αντρέψει, βιώσαν το μαρκάρισμα.
Μη τυχόν και γινήτε σα τα μούτρα τους,
το παραμύθι αυτό δεν τελειώνει με λυντσάρισμα.
Ψάχτε τον τρόπο ‘κείνο τον μαγικό της ζωής
μέσα απ’ τα σχολειά και τα σαλόνια σας.
Να τους μάθετε ποιος είναι ο τόπος της φυγής,
αλλιώς πάνω στους τάφους σας θα κρεμάνε τα εγγόνια σας

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized